Μου ψιθύρισε μια μακρινή ταραγμένη θάλασσα
να την πλησιάσω για να μου πει
ποιο είναι το χρώμα του χρόνου.
Τη φοβόμουν αλλά έπρεπε να το μάθω.
Προχώρησα με δισταγμό
και με τη φωνή των σειρήνων,
υγρή και κοφτή,
μουρμούρισε στους ανέμους:
όταν στέκεται βαριά,
ο χρόνος λάμπει πράσινος
όπως τα νιάτα των παιδιών,
όπως το βάθος του δάσους,
όπως η ησυχία των αδιάβαστων βιβλίων.
όταν περνάει σκληρά όμως,
με την ταχύτητα των διάττοντων ονείρων
τότε σκοτεινιάζει
και γίνεται το χρώμα
των αμίλητων λέξεων,
της αλλαγής των εποχών,
μιας μουσικής οικείας από ένα ανοιχτό παράθυρο.
Bianca Foghel